τραγικός /tɾaʝiˈkos/ Επίθετο

English
tragic
Deutsch
tragisch

Example

  • Ο σεισμός ήταν μια τραγική απώλεια ζωών. [Οικτρή / Καταστροφική / Σπαρακτική] — του: The earthquake was a tragic loss of life.
  • The earthquake was a tragic loss of life.
  • Στην Ελλάδα, το 'τραγικός' συνδέεται έντονα με φυσικές καταστροφές.