βαρύς /vaˈris/ Επίθετο

English
heavy
Deutsch
schwer

Example

  • Το κουτί ήταν πολύ βαρύ για να το σηκώσω μόνος μου.
  • The box was too heavy to lift alone.
  • Η λέξη 'βαρύς' (βαρύς / δυσβάσταχτος / δυσκολομετακίνητος) τονίζει τη φυσική προσπάθεια.