βασιλεύω /vasiˈlevo/ Noun
- English
- reign
- Deutsch
- herrschen / die herrschaft
Example
- Η χώρα άνθισε κατά τη μακρά της **βασιλεία** (ηγεμονία / διακυβέρνηση) — Η εποχή της ήταν χρυσή.
- The country prospered during her long reign.
- Εδώ το 'βασιλεία' είναι η πιο φυσική επιλογή.