πραγματικά /prɐɣma.tiˈka/ Adverb
- English
- deeply
- Deutsch
- zutiefst
Example
- Είναι **βαθιά** ευσεβής και πηγαίνει στην εκκλησία καθημερινά. (Είναι **βαθιά** / **έντονα** / **πολύ**)
- She is deeply religious and attends service daily.
- Το 'βαθιά' εδώ λειτουργεί άψογα για την εσωτερική πεποίθηση.