Βοήθεια /voˈiθia/ Noun

English
help
Deutsch
helfen / die hilfe

Example

  • Ευχαριστώ για όλη την βοήθεια με τη μετακόμιση.
  • Thank you for all your help with the move.
  • Η λέξη 'βοήθεια' είναι η πιο συνηθισμένη επιλογή.