βότανο /voˈta.no/ Noun

English
herb
Deutsch
das kraut

Example

  • Βάλε μια πρέζα αποξηραμένο **βότανο** στη σούπα. (Βάζω/Βάλω)
  • Add a pinch of dried herb to the soup.
  • Το 'βότανο' είναι η πιο άμεση μετάφραση για μαγειρική χρήση.