βραχυπρόθεσμος /vracipróˈθesmos/ Adjective
- English
- short-term
- Deutsch
- kurzfristig
Example
- Χρειαζόμαστε μια [βραχυπρόθεσμη δανειοδότηση] (προσωρινή / εφήμερη) για να καλύψουμε τα έξοδα.
- We need a short-term loan to cover expenses.
- Στον οικονομικό λόγο, το 'βραχυπρόθεσμος' είναι ο κυρίαρχος όρος.