βρέφος /ˈvrefos/ Noun
- English
- infant
- Deutsch
- säugling
Example
- Ο παιδικός σταθμός φροντίζει τα βρέφη κάτω των δύο ετών. [Βρέφος / Νήπιο / Μωρό] — Το βρεφικό κλάμα ακουγόταν από το διπλανό δωμάτιο.
- The nursery cares for infants under two.
- Το 'βρέφος' είναι ο πιο επίσημος όρος για το μωρό.