Υποστηρικτής /ipo.sti.riˈksis/ Noun
- English
- supporter
- Deutsch
- unterstützer
Example
- Είναι δια βίου [υποστηρικτής] (φίλαθλος / οπαδός / υποστηρικτής) του Εργατικού Κόμματος.
- She is a lifelong supporter of the Labour Party.
- Στην πολιτική, 'υποστηρικτής' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.