Έπιπλο (ή Ντουλάπι) /kaˈbɪnɛt/ Noun

English
cabinet
Deutsch
das kabinett

Example

  • Ο Πρόεδρος απευθύνθηκε στο [Υπουργικό Συμβούλιο] σχετικά με τη νέα κλιματική πολιτική.
  • The President addressed his cabinet regarding the new climate policy.
  • Εδώ το 'cabinet' είναι η συλλογική οντότητα της κυβέρνησης.