Ζωγραφική /zoɣraˈfici/ NounEnglishpaintingDeutschdas gemäldeExampleΚρέμασε τη [ζωγραφιά] (έργο / πίνακας / ελαιογραφία) πάνω από το τζάκι.She hung the painting above the fireplace.Η 'ζωγραφιά' είναι η πιο κοινή, καθημερινή λέξη.