άδικο /ˈaðiko/ Adjective

English
unfair
Ελληνικά
άδικο

Example

  • Τους δόθηκε μια άδικη (άδικη / άδικη / άδικη) προτεραιότητα.
  • They had been given an unfair advantage.
  • Εδώ τονίζεται η έλλειψη ίσων ευκαιριών.