πόστερ /ˈpos.ter/ Noun

English
poster
Ελληνικά
πόστερ

Example

  • Η μπάντα κυκλοφόρησε μια συλλεκτική **αφίσα** της περιοδείας.
  • The band released a limited edition tour poster.
  • Η 'αφίσα' είναι η πιο φυσική επιλογή εδώ.