αγροτικός /ˈrʊərəl/ AdjectiveEnglishruralΕλληνικάαγροτικόςExampleΜεγάλωσε σε μια ήσυχη [αγροτική] κωμόπολη.She grew up in a quiet rural town.Το 'αγροτικός' είναι το ουδέτερο, καθαρότερο επίθετο.