αέρας /aˈeɾas/ Noun

English
air
Ελληνικά
αέρας

Example

  • Ο αέρας στο δάσος ήταν δροσερός και καθαρός.
  • The air in the forest was crisp and clean.
  • Η λέξη 'αέρας' εδώ υποδηλώνει την ποιότητα της φύσης.