άλμπουμ /alˈbum/ Noun
- English
- album
- Ελληνικά
- άλμπουμ
Example
- Κρατάει τις φωτογραφίες του γάμου της σε δερμάτινο [άλμπουμ].
- She keeps her wedding photos in a leather album.
- Το 'λεύκωμα' είναι πιο κλασικό για φωτογραφίες, το 'άλμπουμ' είναι πιο μοντέρνο.