αλεύρι /aˈlevri/ NounEnglishflourΕλληνικάαλεύριExampleΚοσκίνισε το αλεύρι και το αλάτι μέσα σε ένα μπολ.Sift the flour and salt into a bowl.Το ρήμα 'κοσκινίζω' είναι μαγνητικό με το αλεύρι.