Ανάκαμψη /anaˈkamp.si/ Noun

English
recovery
Ελληνικά
Ανάκαμψη

Example

  • Η Μυρτώ έκανε θαυμαστή **ανάκτηση** (ανάρρωση / αποκατάσταση / επιστροφή) μετά το ατύχημα.
  • She made a miraculous recovery after the accident.
  • Στην ιατρική, το «ανάρρωση» είναι πιο συχνό για το σώμα.