Ανακουφίστηκα /ana.ku.fiˈsti.ka/ Επίθετο

English
relieved
Ελληνικά
Ανακουφίστηκα

Example

  • Η φωνή της ακούστηκε ανακουφισμένη όταν της είπα τα νέα. [Ανακούφιση / Ηρεμία / Χαρά]
  • She sounded relieved when I told her the news.
  • Το 'ανακουφισμένος' είναι η πιο άμεση και ζεστή μετάφραση.