Αναμφίβολα /anfivóla/ Adverb

English
undoubtedly
Ελληνικά
Αναμφίβολα

Example

  • Υπάρχει αναμφίβολα μεγάλο μέρος αλήθειας σε αυτά που λέει.
  • There is undoubtedly a great deal of truth in what he says.
  • Το 'αναμφίβολα' εδώ δίνει έναν τόνο σοφίας και συμφωνίας.