Αναζήτηση /anaˈziːtisi/ Noun
- English
- quest
- Ελληνικά
- Αναζήτηση
Example
- Η [Αναζήτηση] (Επιδίωξη / Αγώνας / Δίωξη) για την ευτυχία είναι μια παγκόσμια ανθρώπινη εμπειρία.
- The quest for happiness is a universal human experience.
- Εδώ η 'Αναζήτηση' ακούγεται πιο φυσική από το δάνειο 'quest'.