Ανυψώνω / Ασανσέρ /aniˈpso̱no/ Noun
- English
- lift
- Ελληνικά
- Ανυψώνω / Ασανσέρ
Example
- Ο [ανελκυστήρας] χάλασε, οπότε πρέπει να πάρουμε τις σκάλες.
- The lift is out of order, so we have to take the stairs.
- Η λέξη 'ανελκυστήρας' είναι η επίσημη, 'ασανσέρ' η πιο συχνή.