ανεπαρκής /anepaɾˈcis/ Επαρκής
- English
- insufficient
- Ελληνικά
- ανεπαρκής
Example
- Η **ανεπαρκής** τεκμηρίωση (ελλιπής / ανεπαρκέστατος / ατελής) δεν ήταν αρκετή για την καταδίκη.
- The evidence was insufficient to convict.
- Εδώ τονίζεται η νομική αδυναμία λόγω έλλειψης στοιχείων.