ανισότητα /anisóˈtita/ Noun

English
inequality
Ελληνικά
ανισότητα

Example

  • Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την **ανισότητα** των ευκαιριών όπου κι αν τη βρούμε. [Αντιμετωπίζω / Αντιμετωπίσω] (Αντιμετωπίζω) — της: Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ανισότητα των ευκαιριών όπου κι αν τη βρούμε.
  • We need to tackle inequality of opportunity wherever we find it.
  • Το ρήμα 'αντιμετωπίζω' (imperfective) δείχνει τη συνεχή δράση.