Ανώτερος / Πάνω /ˈʌpər/ Adjective
- English
- upper
- Ελληνικά
- Ανώτερος / Πάνω
Example
- Έχει μια μικρή ουλή στο **άνω** χείλος της. (Άνω / Επάνω / Ανώτερος) — του: She has a small scar on her upper lip.
- She has a small scar on her upper lip.
- Το 'άνω' είναι το πιο άμεσο και ουδέτερο για ανατομία.