ανταγωνίζομαι /antaɣoˈmizo/ Verb
- English
- compete
- Ελληνικά
- ανταγωνίζομαι
Example
- Χιλιάδες αθλητές [ανταγωνίζονται] στους Ολυμπιακούς Αγώνες κάθε τέσσερα χρόνια.
- Thousands of athletes compete in the Olympic Games every four years.
- Το «ανταγωνίζομαι» είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος για αθλητικούς ή επιχειρηματικούς αγώνες.