γκουερίγια /ɡeɾiˈʎa/ Noun

English
guerrilla
Ελληνικά
γκουερίγια

Example

  • Οι αστικοί {αντάρτες} δρούσαν από κρυμμένα υπόγεια.
  • The urban guerrillas operated from hidden basements.
  • Εδώ το 'αντάρτης' καλύπτει τέλεια την έννοια του 'guerrilla fighter'.