Αντίσταση /an.tiˈstasi/ Noun

English
resistance
Ελληνικά
Αντίσταση

Example

  • Η πρόταση συνάντησε σθεναρή [αντίσταση] από την πλευρά της κοινότητας.
  • The proposal met with stiff resistance from the community.
  • Εδώ η αντίσταση είναι οργανωμένη και ισχυρή.