αντίληψη /anˈdipsi.psi/ Noun

English
perception
Ελληνικά
αντίληψη

Example

  • Η εταιρεία δουλεύει σκληρά για να αλλάξει την κοινή **αντίληψη** για το brand της.
  • The company is working hard to change the public perception of its brand.
  • Εδώ η 'αντίληψη' είναι το πώς το βλέπει το κοινό.