ανταποκρίνομαι /anta.po.kriˈno.me/ Verb

English
respond
Ελληνικά
ανταποκρίνομαι

Example

  • Τον ρώτησα το όνομά του, αλλά δεν [απάντησε] (Ανταποκρίνομαι / Ανταποκρίθηκα / Απεκρίθην).
  • I asked him his name, but he didn't respond.
  • Το 'απαντώ' είναι το πιο συνηθισμένο για απλή επικοινωνία.