Αποδοτικότητα /a.po.ðo.tiˈko.ti.ta/ Noun
- English
- efficiency
- Ελληνικά
- Αποδοτικότητα
Example
- Η εταιρεία αύξησε την [Αποδοτικότητα] (απόδοση / οικονομία / εκμετάλλευση) αυτοματοποιώντας τη γραμμή συναρμολόγησης.
- The factory increased its efficiency by automating the assembly line.
- Εδώ τονίζεται η βελτιστοποίηση των πόρων.