Αποκλειστικός /apokliˈstikos/ Adjective

English
exclusive
Ελληνικά
Αποκλειστικός

Example

  • Το ξενοδοχείο έχει την **αποκλειστική** πρόσβαση στην ιδιωτική παραλία. (Η **αποκλειστική** / Η **μόνο** / Η **ιδιωτική**)
  • The hotel has exclusive access to the private beach.
  • Το 'αποκλειστική' εδώ τονίζει το μονοπώλιο πρόσβασης.