αποικιακός /a.pi.ko.lʲaˈkos/ Adjective

English
colonial
Ελληνικά
αποικιακός

Example

  • Το μουσείο εξετάζει τον αντίκτυπο της αποικιακής [αποικιακής / αποικιοκρατικής / εξουσιαστικής] διακυβέρνησης.
  • The museum explores the impact of colonial rule.
  • Εδώ τονίζεται η περίοδος της κυριαρχίας.