αφήνομαι /aˈfinomɛ/ Verb
- English
- indulge
- Ελληνικά
- αφήνομαι
Example
- Αποφάσισα να [επιτρέψω στον εαυτό μου] (απόλαυση / χαλάρωση / ψώνια) — Πήγαν στην πόλη για να επιδοθούν σε σοβαρά ψώνια.
- They went into town to indulge in some serious shopping.
- Εδώ χρησιμοποιείται το 'επιτρέπω στον εαυτό μου' για να τονιστεί η σκόπιμη απόλαυση.