Απομνημόνευμα /a.po.mne.moˈni.ma/ Noun
- English
- memoir
- Ελληνικά
- Απομνημόνευμα
Example
- Η ηθοποιός κυκλοφόρησε ένα αποκαλυπτικό Απομνημόνευμα πέρυσι το φθινόπωρο.
- The actress released a tell-all memoir last spring.
- Το 'tell-all' μεταφράζεται ως 'αποκαλυπτικό' για να δώσει έμφαση στην ειλικρίνεια.