ρωτώ /roˈto/ Verb

English
ask
Ελληνικά
ρωτώ

Example

  • Πόσο χρονών είσαι, αν επιτρέπεται να ρωτήσω;
  • How old are you—if you don’t mind me asking?
  • Η φράση 'αν επιτρέπεται' δείχνει σεβασμό στον συνομιλητή.