Άσκηση /ˈaːskisi/ Noun

English
exercise
Ελληνικά
Άσκηση

Example

  • Το κολύμπι **εξασκεί** (οικοδομεί / δημιουργεί / θεμελιώνει) άριστα όλο το σώμα.
  • Swimming is excellent exercise for the whole body.
  • Η άσκηση συνδέεται με την υγεία και την ισορροπία.