πάθηση /paˈsi̱si/ (Πά-θη-ση) Noun

English
disease
Ελληνικά
πάθηση

Example

  • Ο γιατρός ερευνά μια θεραπεία για την [ασθένεια] (πάθηση / δυσφορία / ταλαιπωρία).
  • The doctor is researching a cure for the disease.
  • Η 'ασθένεια' είναι ο πιο ουδέτερος όρος.