Θεία /ˈθi.a/ Noun

English
aunt
Ελληνικά
Θεία

Example

  • Η θεία μου έρχεται για δείπνο απόψε.
  • My aunt is coming over for dinner tonight.
  • Στην Ελλάδα, η θεία συχνά αναλαμβάνει ρόλο δεύτερης μητέρας.