Αυθεντικός /afˈθentikos/ Adjective

English
authentic
Ελληνικά
Αυθεντικός

Example

  • Δεν ξέρω αν ο πίνακας είναι **αυθεντικός** (γνήσιος / αληθινός / γνήσιος) — είναι πολύ καλός.
  • I don't know if the painting is authentic.
  • Στην τέχνη, το 'αυθεντικός' είναι η πιο ακριβής επιλογή.