Αξιοπιστία /aksiopistía/ Noun

English
credibility
Ελληνικά
Αξιοπιστία

Example

  • Ο μάρτυρας στερούνταν [αξιοπιστίας] — η ιστορία του ήταν σαν σενάριο από [φτηνό θρίλερ / κακό σίριαλ / παλιά ταινία].
  • The witness lacked credibility.
  • Η «αξιοπιστία» είναι η βασική λέξη. Το «στερούνταν» είναι πιο κομψό από το «δεν είχε».