Χαλκός /xalˈkos/ Noun
- English
- copper
- Ελληνικά
- Χαλκός
Example
- Ηλεκτρολόγος: «Θα χρειαστούμε καινούργια [χαλκός] για όλη την εγκατάσταση.»
- The house was rewired with new copper cables.
- Στην πράξη, λέμε συχνά «καλώδια χαλκού» ή απλά «χαλκό» (αμετάβλητο).