χάσμα /ˈxazma/ NounEnglishgapΕλληνικάχάσμαExampleΗ Μαρία έσφηνωσε μέσα από το χάσμα (ρήγμα / διάσταση / κενό) στον φράχτη.She squeezed through the gap in the hedge.Εδώ το 'χάσμα' είναι φυσικό άνοιγμα.