Αξιοπρεπής /aksiopriˈpis/ Adjective
- English
- decent
- Ελληνικά
- Αξιοπρεπής
Example
- Είχαμε ένα [αξιοπρεπές / καλό / ικανοποιητικό] γεύμα στο καινούργιο μπιστρό.
- We had a decent meal at the new bistro.
- Το 'αξιοπρεπές' εδώ δίνει μια ζεστή, θετική αλλά όχι ενθουσιώδη νότα.