Δεν /ðen/ Adverb

English
not
Ελληνικά
Δεν

Example

  • Δεν (μην / ούτι / ουδέποτε) είδε το μήνυμα.
  • She did not see the message.
  • Το «δεν» είναι το πιο συνηθισμένο για απλή άρνηση.