Συμμετέχω /simɛˈteho/ Verb
- English
- engage
- Ελληνικά
- Συμμετέχω
Example
- Είναι μια ταινία που **δεσμεύει** (προσελκύει/απασχολεί) τόσο το μυαλό όσο και το μάτι.
- It is a movie that engages both the mind and the eye.
- Το 'δεσμεύω' εδώ λειτουργεί ως 'κρατώ αιχμάλωτο' το ενδιαφέρον.