συνεχόμενος /sitiˈxomendos/ Adjective
- English
- consecutive
- Ελληνικά
- συνεχόμενος
Example
- Η ομάδα κέρδισε πέντε **διαδοχικές** νίκες. (Η ομάδα κέρδισε πέντε [συνεχόμενες / αδιάλειπτες] νίκες — της σειράς / της ακολουθίας / της συνέχειας) — της σειράς
- The team won five consecutive games.
- Εδώ τονίζεται η σειρά των γεγονότων.