Διεφθαρμένος /ði.efθarˈme.nos/ Adjective
- English
- corrupt
- Ελληνικά
- Διεφθαρμένος
Example
- Η αστυνομική δύναμη κατηγορήθηκε ότι ήταν **διαφθαρμένη** (από **αδιάφθορος** / **τίμιος** / **αγνός**).
- The police force was accused of being corrupt.
- Το «διαφθαρμένος» είναι το πιο άμεσο και σύγχρονο.