Διάγραμμα /ði.aˈɣra.ma/ Noun

English
diagram
Ελληνικά
Διάγραμμα

Example

  • Τα αποτελέσματα φαίνονται στο **διάγραμμα** 2.
  • The results are shown in diagram 2.
  • Η χρήση του 'φαίνονται' (imperfective) υποδηλώνει συνεχή κατάσταση.