Διάκριση /ðjaˈkrisi/ Noun

English
discrimination
Ελληνικά
Διάκριση

Example

  • Η εταιρεία αντιμετώπισε μήνυση για σεξουαλικές [Διακρίσεις] (άνιση μεταχείριση / ανισότητα / προκατάληψη) — Η εταιρεία αντιμετώπισε μήνυση για σεξουαλικές διακρίσεις.
  • The company faced a lawsuit for gender discrimination.
  • Το 'σεξουαλικές διακρίσεις' είναι η μαγνητική φράση.